Στη φωτογραφία η Μάκρη της Λυκίας (άνω)
Τα Λύγδα Οδεμησίου της Λυδίας
Το Οδεμήσιον, ήταν ο τελευταίος σταθμός, της από Τουρμπαλί διακλαδώσεως του σιδηροδρόμου του Αϊδινίου. Αποτελούσε κέντρο εμπορίου της κοιλάδας του Κάϋστρου. «Είχε 2 βιομηχανικά εργοστάσια, πλείστα άλλα μικρότερα, εμπόριον δημητριακών, αποικιακών και άλλων εγχωρίων προϊόντων, καπνοπαραγωγήν αξιόλογον και μεταλλουργίαν, ενώ ταύτα πάντα έχουν εις τας χείρας τους οι Έλληνες. Νοτίως αυτού, κείται το χωρίον Λίγδα, κατοικούμενον από 800 Έλληνας τουρκοφώνους».
Νοτιοανατολικά της Σμύρνης βρίσκονταν οι καζάδες των Θείρων, του Βαϊνδηρίου και του Οδεμησίου. «Τα Θείρα ήταν μια μικρή πολιτεία με 6.000 Έλληνες περίπου. Το Βαϊνδήρι πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή Σμύρνης – Αϊδινίου – Εγιρντίρ ήταν μια πλούσια πολιτεία στην κοιλάδα του Κάϋστρου με περισσότερους από 8.000 Έλληνες. Ανατολικότερα το Οδεμήσιο με 3.000 Ρωμιούς ασχολούμενους κυρίως με το εμπόριο. Δύο μεγάλα χωριά της περιοχής με μεικτό πληθυσμό, ήταν το Πυργί και η Λύγδα – τα Λύγδα».
Όλη η περιοχή του Οδεμησίου, ήταν καλυμμένη με πλούσια καρποφόρα χωράφια, ιδιαίτερα η κοιλάδα του Κάϋστρου, που απέδιδε καλής ποιότητας κρασί, άλογα εξαιρετικής ράτσας, ψευδάργυρο, ελαφρά μέταλλα και κυρίως χρυσό εξορρυγμένο στα μεταλλωρυχεία του Τμώλου και στις αμμώδεις παραλίες του Πακτωλού. Oι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στα Λύγδα γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Μετανάστευσαν αρχικά εκεί από τη Ρόδο και μετά το διωγμό του 1914, προερχόμενοι από τη Μάκρη (σήμερα Φετχιγιέ) και το Λειβήσι (Καγιάκιοϊ), έφτασαν αρχικά στο Ντενιζλί και μετά στα Λύγδα, ενώ μέρος αυτών ήταν στο επάγγελμα ναυτικοί, ψαράδες, τεχνίτες, χτίστες και καλλιεργητές. Οι Τούρκοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία – εκτροφή προβάτων και βοοειδών. Η καλλιέργεια του καπνού στην κοιλάδα του Κάϋστρου, ήταν μια από τις κύριες ασχολίες των Ελλήνων, εκτός από το εμπόριο σύκων, φουντουκιών και άλλων αγροτικών προϊόντων με τα οποία ασχολούνταν.
Ο συγγραφέας Κ. Λ. Κωνσταντινίδης, στο βιβλίο του «Τουρκικός καπνός ~ ένα εγχειρίδιο για καλλιεργητές, εμπόρους και κατασκευαστές», του 1912, αναφέρει για τα Λύγδα: «Στο Αγιασουλούκ (Άγιος Λουκάς), ο καπνός είναι ένα αρκετά σύγχρονο προϊόν, το οποίο πριν από 40 χρόνια ήταν άγνωστο σε αυτή την περιοχή της Μικράς Ασίας… Ο καλύτερος καπνός παραγόταν σε ένα μέρος, που το ονόμαζαν Γκιαούρκιοϊ και απέφερε 15 ως 25 γρόσια την οκά. Σ’ αυτό το χωριό οι αυλές των σπιτιών είναι γεμάτες με αρμάθες. Άλλα κέντρα παραγωγής, ήταν το Οδεμήσι και τα Λύγδα, που αποδίδουν τη μέγιστη ποσότητα στις ποικιλίες Μπασμάς και Ντουμπέκ. Αυτά τα καπνά είναι πολύ αρωματικά, αλλά περιέχουν πολύ άμμο πάνω στα φύλλα τους – προφανώς από τις προσχώσεις του Κάϋστρου. Η περιοχή των Σωκίων, παράγει επίσης μια πολύ καλή ποικιλία καπνού, που είναι απαλλαγμένη από τον άμμο στα φύλλα, αλλά είναι πολύ ευαίσθητη στην προσβολή από τον ιό του σκουληκιού –worm– το οποίο καταστρέφει τον καπνό. Στο Αγιασουλούκ, πωλούν από 3 ως 25 γρόσια την οκά. Η τιμή εξαρτάται από το χρώμα, το άρωμα και την ποσότητα της άμμου που είναι προσκολλημένη στα φύλλα του καπνού. «Εξαίρεση αποτελεί το Γκιαούρκιοϊ, που η τιμή του Ντουμπέκ κυμαίνεται από 15 ως 25 γρόσια».
Εγκαταλελειμμένη αποθήκη καπνού στα Λύγδα (σήμερα Οβακέντ). Τέλη 19ου αι – αρχές 20ού αι.
Σήμερα, στα Λύγδα, μετέπειτα Αντάγκιντε και σήμερα Οβακέντ, υπάρχουν 2.014 σπίτια, 142 καταστήματα και 263 αποθήκες. Ο πληθυσμός, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2011, ήταν 2.900 κάτοικοι, ενώ την περίοδο της ύπαρξης του ελληνικού στοιχείου, πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, ο πληθυσμός ήταν 4.000 κάτοικοι, οι μισοί περίπου εκ των οποίων ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Τούρκοι νομάδες και αγρότες. Σήμερα, οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Υπάρχουν πολλά παραδοσιακά σπίτια, πολλά από τα οποία σήμερα δεν κατοικούνται, κυρίως αρχοντικά Ελλήνων, ενώ χαρακτηριστική είναι η εγκατάλειψη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Εκτός από τις κατοικίες και τα καταστήματα, υπάρχουν εγκαταλελειμμένα και δύο εργοστάσια επεξεργασίας καπνού. Σημαντική καταγραφή και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής των Λύγδων, έκανε το 2012, η καθηγήτρια της αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της Σμύρνης και του Πανεπιστημίου Κεντ της Αγγλίας, κ. Εμινέ Βαγιζιτλίογλου.
Τα Λύγδα, παλαιότερα γνωστά ως Αντάγκιντε, βρίσκεται εντός της διοικητικής περιφέρειας του Οδεμησίου, μιας πόλης 75 χιλιάδων κατοίκων, που βρίσκεται περίπου 100 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σμύρνης, της πρωτεύουσας της επαρχίας. Η περιοχή Οδεμησίου, βρίσκεται στην ανατολική κορυφή της λεκάνης του ποταμού Κιουτσούκ Μεντερές, που περιβάλλεται από την οροσειρά του Τμώλου (Μπόζνταγ) στα βόρεια και την οροσειρά του Αϊδινίου στα νότια. Ο ποταμός Κιουτσούκ Μεντερές (μικρός Μαίανδρος), επίσης γνωστός ιστορικά ως ποταμός Κάϋστρος, εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος πέρα από την Έφεσο, 90 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Οδεμησίου. Η προσχωσιγενής πεδιάδα του Κάϋστρου, είναι εξαιρετικά εύφορη και απολαμβάνει δύο γεωργικές εποχές κάθε χρόνο. Η παραγωγικότητα της γης, που συνδέεται με το εμπόριο μέσω του λιμανιού της Σμύρνης, ενθάρρυνε την κατασκευή δύο κλάδων του σιδηροδρόμου Σμύρνης- Οδεμησίου: από τη Σμύρνη στο Τουρμπαλί, το 1866, από τους Βρετανούς, για την εκμετάλλευση του βαμβακιού και μετά από το Τουρμπαλί στο Οδεμήσιο, το 1886 από τους Γάλλους για την εκμετάλλευση του καπνού. Ενώ, σήμερα, το βαμβάκι και ο καπνός παράγονται μόνο κατά τόπους. Η Κοιλάδα του Κάϋστρου (μαζί με τις ορεινές πλαγιές της) παρέχει έναν πολύτιμο εμπορικό πόρο κτηνοτροφίας και γαλακτοκομικών προϊόντων, πατάτας και άλλων λαχανικών, φρούτων και ελιών, κάστανων και καρυδιών. Το χωριό Οβακέντ (Λύγδα για τους Έλληνες κατοίκους του μέχρι το 1922), που βρίσκεται στις χαμηλότερες πλαγιές του λόφου Ασάρ – μέρους της οροσειράς του Αϊδινίου – και 17 χιλιόμετρα νότια του Οδεμησίου, έχει σήμερα πληθυσμό περίπου 2.900 κατοίκων. Τα πιο σοβαρά προβλήματα για το χωριό σήμερα, αποτελούν, το χαμηλό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, η εξωτερική μετανάστευση, ιδίως των νέων, αλλά και η εγκατάλειψη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, που περιλαμβάνει σπίτια, καταστήματα και πρώην βιομηχανικά κτίρια, συμπεριλαμβανομένων αποθηκών καπνού και καταστημάτων. Τα κατοικημένα σπίτια, τα οποία κατοικούνται κυρίως από ηλικιωμένους με χαμηλά εισοδήματα, δεν συντηρούνται επαρκώς και οι επισκευές που πραγματοποιούνται συχνά δεν είναι αρκετά επισφαλείς.
Χαρακτηριστικά των παλαιών σπιτιών της δυτικής και νότιας Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της λεκάνης του Κάϋστρου, είναι ένας συνδυασμός πέτρας και ξύλου, χρησιμοποιώντας διάφορα υλικά για την πλήρωση ξύλινων πλαισίων, όπως πηλό, πλίθα και άχυρα ως τούβλα, καθώς και καδρόνια και σοβά. Αυτός ο συνδυασμός παρέχει καλή θερμομόνωση τόσο από τις ζεστές καλοκαιρινές όσο και από τις ψυχρότερες χειμερινές συνθήκες σε αυτές τις περιοχές και είναι χαρακτηριστικός των σπιτιών των Λύγδων (Οβακέντ). Επίσης, χαρακτηριστικό είναι, ότι τα σπίτια ήταν κλειστά προς τους ανέμους και ανοιχτά προς τον εξαερισμό των δωματίων τους. Συγκεκριμένα, τα παλαιά σπίτια των Λύγδων, που βρίσκονται στους βόρειους πρόποδες της οροσειράς του Αϊδινίου, είναι κλειστά προς τα νότια και ανοιχτά προς τα βόρεια, αξιοποιώντας έτσι πλήρως τόσο τον φυσικό εξαερισμό τους, όσο και την πανοραμική θέα τους σε όλη την κοιλάδα του Κάϋστρου.
Το Οβακέντ, σήμερα, έχει τέσσερις γειτονιές, που έχουν αναπτυχθεί οργανικά με την πάροδο του χρόνου σύμφωνα με την τοπογραφία, χωρίς κανένα συνολικό καθοδηγητικό σχέδιο πόλης. Η Αϊσέομπα ήταν ο πρώτος οικισμός, ακολουθούμενος με τη σειρά του από τους Γιαζίουρντου, Τσουμχουριέτ και Καμυί Κεμπίρ. Οι δύο πρώτοι οικισμοί βρίσκονται στους ανώτερους πρόποδες, ενώ οι άλλοι δύο βρίσκονται κάτω από αυτούς. Ο οικισμός Τσουμχουριέτ κατοικήθηκε κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό των Λύγδων. Τα σπίτια στα Λύγδα (Οβακέντ), γενικά συμμορφώνονται με την συγκεκριμένη τυπολογία σπιτιών της δυτικής Μικράς Ασίας. Οι στέγες τους ήταν κεραμιδωτές.
Ένας άλλος τύπος κτιρίου, που είναι χαρακτηριστικός του ιστορικού τοπίου του χωριού είναι ένα κτίριο αποθήκευσης, που χτίστηκε για να εξυπηρετήσει την καπνοβιομηχανία στην περιοχή. Στην πραγματικότητα αποτέλεσε το κίνητρο για την κατασκευή στα τέλη του 19ου αιώνα της σιδηροδρομικής γραμμής προς το Οδεμήσιο. Κάθε σπίτι είναι με τέτοιο τρόπο τοποθετημένο, ώστε να αποφεύγεται η παρεμπόδιση της θέας ενός άλλου προς την κοιλάδα του ποταμού Κάϋστρου και κατά συνέπεια να μην επηρεάζεται η ιδιωτικότητα του γείτονα.
Παλιά πέτρινα και πλίνθινα σπίτια στα Λύγδα (σήμερα Οβακέντ) στις παρυφές του Τμώλου (Μποζ Νταγ).
Δρομάκι (σοκάκι) στην άκρη του χωριού Λύγδα (σήμερα Οβακέντ) με την ονομασία “zeytinlik sokak”
που σημαίνει το σοκάκι των ελαιώνων και οδηγεί στους ελαιώνες που βρίσκονται
χαμηλά στους πρόποδες του Τμώλου (Μποζ Νταγ).
Παλιό πέτρινο εγκαταλελειμμένο σπίτι στα Λύγδα (σήμερα Οβακέντ) στην άκρη του χωριού.
ΠΟΙΗΣΗ
Ο καπνάς
Όλη μέρα στο χωράφι
τις καπνόριζες τρυγά,
και στου κάματου τη μάχη
το λιοπύρι αψηφά.
Με το μάζεμα γυρίζει
στο τσαρδί του φορτωμένος,
το βελόνιασμα αρχίζει
στα δυο πόδια καθισμένος.
Τις αρμάθες αραδιάζει
μες στης λιάστρας τη σκηνή
και τα φύλλα ξεχωρίζει
με μεγάλη υπομονή.
Κι όταν ο καιρός περάσει,
τα βαντάκια στη γραμμή,
τα δεμάτια ετοιμάζει
και προσμένει την τιμή.
Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, «Ο καπνάς», 2013.
Η εμπορική και ναυτιλιακή κίνηση στον Τσεσμέ (Κρήνη)
Στην Ερυθραία και ειδικότερα στον Τσεσμέ, μαρμελάδα κάνουν κυριολεκτικά απ’ όλα. Εκτός από το συνηθισμένο μας βατόμουρο, τη φράουλα ή το βερίκοκο, εδώ φτιάχνουν μαρμελάδα σχεδόν από όλα τα φρούτα και τα λαχανικά, αλλά και από φυτά. Όπως για παράδειγμα, μαρμελάδα από ντομάτα, μουριές, φλούδα λεμονιού, σύκα, κεράσι, άγουρα φιστίκια, ροδοπέταλα, φλούδα καρπουζιού και μαστίχα. Την τελευταία την κάνουν από τη ρητίνη του μαστιχόδεντρου. Θεωρείται, ότι ο Τσεσμές και το ευρισκόμενο απέναντι νησί της Χίου, είναι οι πατρίδες αυτού του δέντρου. Στα τούρκικα, το νησί της Χίου, ονομάζεται Σακίζ αντασί, δηλαδή «νησί της μαστίχας».
Αλλά αυτά, δεν είναι όλα τα είδη μαρμελάδας, που φτιάχνουν στον Τσεσμέ. Υπάρχει, για παράδειγμα, μαρμελάδα από άνθη λεμονιού, από μελιτζάνα, από όλα τα είδη των εσπεριδοειδών, συμπεριλαμβανομένων και των περγαμότων, των νεραντζιών και επίσης από καρότα, κολοκύθια, κρεμμύδια, σκόρδο, πιπεριές τσίλι, χαμομήλι, τίλιο, ελιές, πιπερόριζα και πολλά–πολλά άλλα.... Υπάρχουν και μικτές μαρμελάδες, για παράδειγμα, κάστανο με καρύδι ή κυδώνι με κάστανο και κανέλα, καθώς και από διάφορα είδη μούρων..
Σχετικά με το προϊόν της σταφίδας πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, αναφέρεται, ότι «η μεγαλύτερη παραγωγή προερχόταν από τις περιοχές της Φώκαιας, της Ερυθραίας και της Νέας Εφέσου. Από τον Τσεσμέ έφευγε ροζακιά σταφίδα για τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Ολλανδία, όπως κι από τη Σκάλα των Βουρλών, όπου υπήρχε μεγάλο συσκευαστήριο σταφίδων στην παραλία, καθώς και 25 αποθήκες. Στα Θείρα, στο Μπαϊντίρι, στη Σμύρνη, στο Νυμφαίο, στη Μαγνησία, στο Κουσάντασι, στον Τσεσμέ, στη Φώκαια και στο Καραμπουρνού, συνέλεγαν μαύρη σταφίδα με κουκούτσι, που ξεραινόταν μόνη της. Το προϊόν μεταφερόταν με καμήλες και αραμπάδες, και φορτωνόταν σε ειδικά κοφίνια από λυγαριές, τους «μπουρματζέδες».
«Ο Τσεσμές είχε ιδιαίτερη ναυτιλιακή κίνηση, με εξαγωγικό κυρίως εμπόριο σταφίδας, που εξαγόταν κυρίως προς τα λιμάνια της Μασσαλίας, της Τεργέστης, της Οδησσού και της Βάρνας. Στον καζά Καραμπουρνού, κυριαρχούσε αποκλειστικά η μικρή ιδιοκτησία, ενώ αντίθετα στο διπλανό καζά του Τσεσμέ επικρατούσε κατά 60% περίπου η μεγάλη ιδιοκτησία. Στον Τσεσμέ η συντριπτική πλειονότητα των ιδιοκτητών γης ήταν ελληνορθόδοξοι, ενώ στο Καραμπουρνού μοιράζονταν κατά τα 2/3 στους ελληνορθόδοξους και το 1/3 στους μουσουλμάνους».
Υπάρχουν πολλές απόψεις σχετικά με την ιστορία της ονομασίας της κωμόπολης των Αλάτσατων. Για παράδειγμα, υπάρχει η εκδοχή, ότι παλιότερα η περιοχή ονομαζόταν Αλατσά Ατ, δηλαδή «παρδαλό-πολύχρωμο άλογο» καθώς ο κυβερνήτης της μετακινείτο μόνο πάνω σε παρδαλά, πολύχρωμα άλογα. Σύμφωνα με την παράδοση, οι ντόπιοι, βλέποντας από μακριά τον κυβερνήτη, άρχισαν να φωνάζουν: ”Aλατσά-ατλί” δηλ. “άνθρωπος σε παρδαλό άλογο!”. Οι Έλληνες πιστεύουν, ότι η ονομασία των Αλάτσατων, προέρχεται από την ελληνική λέξη «άλας» - αλάτι, γιατί σε αυτή την περιοχή υπήρχαν αλμυρές λίμνες.
Πολλοί Τούρκοι τηρούν μία τρίτη εκδοχή, ότι η κωμόπολη προηγουμένως είχε το όνομα Αγριλιά. Ως εκ τούτου, επιγραφές με την παλιά ονομασία «Αγριλιά», υπάρχουν διάσπαρτες σήμερα στα Αλάτσατα. Ως σύμβολο της κωμόπολης θεωρείται το μαστιχόδεντρο. Από τη ρητίνη του, οι Τούρκοι κάνουν τσίχλες, καθώς και ένα είδος ζυμαρικού («νταμλά σακιζλί μασούν» το ονομάζουν) που προστίθεται σε πολλά γαλακτοκομικά επιδόρπια, προσδίδοντάς τους ιδιαίτερη γεύση.
Το πρώτο πράγμα που συλλαμβάνει το μάτι όσων επισκέπτονται τα Αλάτσατα, είναι η πανδαισία των χρωμάτων. Η αίσθηση, ότι στο λευκό καμβά του χαρτιού, έχει απλωθεί όλη η παλέτα των χρωμάτων του ζωγράφου, που πολύ επιδέξια ζωγράφισε την κωμόπολη. Αλλά περισσότερο εδώ, κυριαρχεί το μπλε με όλες τις αποχρώσεις του. Αυτό είναι και το αγαπημένο χρώμα των κατοίκων της. Τα περισσότερα σπίτια είναι χτισμένα από πέτρα, σοβατισμένα και βαμμένα σε χρώμα λευκό με μπλε παράθυρα και ξύλινα παντζούρια. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν πολύ με τα αιγαιοπελαγίτικα σπίτια.
Η αρχαία πόλη της Κνίδου στην Καρία της Μικράς Ασίας
Η Κνίδος ή Στάδιον ή Τριόπιον, υπήρξε αποικία των Λακεδαιμονίων στο ακρωτήριο Τριόπιο της Καρικής χερσονήσου, χτισμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος στη Μικρά Ασία και κατά το υπόλοιπο μέρος αυτής πάνω σε μια μικρή βραχονησίδα που συνδέεται με την ηπειρωτική χώρα με ένα ανάχωμα που σχηματίζει δύο λιμένες, τον ένα από τους οποίους οι κάτοικοί της σχεδίασαν για πολεμικά πλοία και τον έτερο για εμπορικά. Όταν στέκεται κανείς πάνω στο ανάχωμα, περιβάλλεται από δύο διαφορετικές παραλίες, μια προς το βορρά και μια προς το νότο. Από τη μια πλευρά φυσά ο αέρας και η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη, από την άλλη είναι εντελώς ήρεμη και απάνεμη.
«Δεν είναι ακριβώς γνωστό που βρίσκονται τα υδάτινα όρια ανάμεσα στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, αλλά ίσως υπάρχει ένα οριακό σημείο στο άκρο της χερσονήσου Datca, εκεί που αρχικά υπήρξε η πόλη της Κνίδου, ισχυρό εμπορικό κέντρο, ιερό λατρείας της Αφροδίτης, εξέχον μέλος της Δωρικής Ομοσπονδίας και τόπος τέλεσης των Δωρικών αγώνων».
Όταν στέκεται κανείς πάνω στο ανάχωμα, περιβάλλεται από δύο διαφορετικές παραλίες, μια προς
το βορρά και μια προς το νότο. Από τη μια πλευρά φυσά ο αέρας και η θάλασσα
είναι φουρτουνιασμένη, από την άλλη είναι εντελώς ήρεμη και απάνεμη.
Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες στη χερσόνησο της Κνίδου, ανάγονται στον 7ο αι. π.Χ. και αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κεραμική υψηλής ποιότητας του λεγόμενου Ύστερου ρυθμού των Αιγάγρων.
Η Δωρική Ομοσπονδία ~ γνωστή και ως «Δωρική Εξάπολις» ~ κάθε τέσσερα χρόνια διοργάνωνε αγώνες στην επικράτεια της Κνίδου.
Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. η Κνίδος ήταν μια από τις πόλεις της Μικράς Ασίας οι οποίες πήραν μέρος στην ανέγερση του Ελληνίου στη Ναύκρατη της Αιγύπτου. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., η Κνίδος έχτισε έναν αξιόλογο θησαυρό στους Δελφούς, ένα από τα πρωϊμότερα μαρμάρινα κτίρια.
Γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., οι Κνίδιοι έσωσαν τριακόσιους νεαρούς Κερκυραίους που οι Κορίνθιοι είχαν στείλει στον Λυδό βασιλιά Αλυάττη να τους ευνουχίσει ως τιμωρία για τη δολοφονία του Περίανδρου στην Κέρκυρα.
Σε αδιευκρίνιστη περίοδο η Κνίδος μαζί με την Κέρκυρα ίδρυσαν την Κέρκυρα Μέλαινα στην Αδριατική.
Αρχικά, η Κνίδος, ιδρύθηκε από τους Δωριείς στη θέση που βρίσκεται σήμερα η πόλη Burgas της Τουρκίας, η οποία είναι χτισμένη στο ακρωτήριο Dalatzhak, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 1,5 χλμ. από την σύγχρονη πόλη Datca. Αναφορά της Κνίδου συναντάται και στα Ομηρικά έπη.
Στην αρχαιότητα οι Κνίδιοι θεωρούσαν εαυτούς, απογόνους των Σπαρτιατών, οι οποίοι ήδη είχαν αποικίσει τις Λιπάριες νήσους και την πόλη Korchula στην Αδριατική στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.
Η Κνίδος ήταν το κέντρο μεταξύ των έξι (6) πόλεων που ίδρυσαν οι Δωριείς. Οι υπόλοιπες πόλεις ήταν: η Κως, η Αλικαρνασσός καθώς και η Ιαλυσσός, η Κάμειρος και η Λίνδος και οι τρεις, πόλεις της Ρόδου. Τον 7ο αι. π.Χ. η πόλη αναπτύχθηκε περισσότερο και γινόταν όλο και πιο πυκνοκατοικημένη.
Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς αναφέρει: «Όταν ο Πέρσης στρατηγός Άρπαγος κατέκτησε την Ιωνία, οι Κνίδιοι άρχισαν να σκάβουν ισθμό (κανάλι) μήκους 5 σταδίων, περίπου 1000 μ., για τη σύνδεσή τους με την ηπειρωτική χώρα για να μετατρέψουν το ακρωτήριο σε νησί. Όμως, σε αυτή την απέλπιδα προσπάθειά τους, τούς σταμάτησε το μαντείο των Δελφών με το χρησμό της Πυθίας και αμαχητί παραδόθηκαν στους Πέρσες».
Η πόλη, εστίαζε στην αρχαιότητα, όλες τις θρησκευτικές και αθλητικές εκδηλώσεις και γιορτές των Δωρικών πόλεων. Μετά τη μεταφορά της πόλης στο ακρωτήριο Κρύο η παλιά πόλη εγκαταλείφθηκε εντελώς. Συνέχισε να υπάρχει πολύ αργότερα με την ονομασία Burgas, πόλη η οποία ήταν χτισμένη σε μια μικρή χερσόνησο και σε ύψος 12 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Η περίμετρος της χερσονήσου, γύρω από τα τείχη της πόλης, είχε μήκος 400 μ. Στο χώρο των ερειπίων, συνεχίζονται σήμερα οι ανασκαφές και το έργο της αποκατάστασης. Η πόλη ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό την αμπελουργία. Κύρια προϊόντα εξαγωγής ήταν το κρασί και το ελαιόλαδο. Από τα ερείπια διαφαίνεται, ότι εκεί υπήρχαν οργανωμένοι χώροι παραγωγής και αποθήκευσης των προϊόντων αυτών. Μέρος των κτιρίων που κατέρευσαν, κατά πάσα πιθανότητα από τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε την περιοχή, κυρίως την Κω και την Κνίδο, το έτος 469 μ.Χ., ανήκει σε αυτά τα κτίρια. Ίχνη της παλαιάς Κνίδου βρίσκονται στην περιοχή του λιμανιού Sarah, ακριβώς νότια της Datca και κοντά στο δρόμο προς το Emedzhik. Σημαντικό εύρημα αποτελεί ο ναός του Απόλλωνος. Κατά τη διάρκεια των εν εξελίξει ανασκαφών, έχουν βρεθεί ίχνη των αρχαίων ναών και εκκλησίες που ανήκαν σε μεταγενέστερους χρόνους. Στη συνέχεια και για εμπορικούς κυρίως λόγους, η πόλη μεταφέρθηκε στο ακρωτήριο Κρύο, το πιο ακραίο σημείο της χερσονήσου. Σε μικρή απόσταση από την πόλη Datca, τοποθετείται η Νέα Κνίδος. Μπορεί κανείς να φτάσει εδώ και από τη θάλασσα με σκάφος ή και με αυτοκίνητο.
Όπως ήδη αναφέραμε, την παλαιά Κνίδο ίδρυσαν οι Κάρες το 700 π.Χ. στην πεδιάδα Burgas που απέχει περίπου 2 χλμ. από τη θάλασσα. Η μεταφορά της πόλης έγινε περίπου το 360 π.Χ. σε μια πιο στρατηγική θέση, στην ίδια την άκρη της χερσονήσου Datca. Η αρχαία Κνίδος ήταν χτισμένη σε επίπεδα και σαν ένα γιγαντιαίο θέατρο ανυψωνόταν από την ακτή προς την ακρόπολη. Στο ακρωτήριο Κρύο (σήμερα Deveboynu), οι Κνίδιοι μπλοκάροντας το φράγμα που υπήρχε, το αποίκησαν και δημιούργησαν έτσι δύο όρμους, σε δύο λιμάνια. Το βόρειο λιμάνι χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Εκεί υπήρχαν παρατηρητήρια και η πρόσβαση εμποδιζόταν από μια μεγάλη αλυσίδα που έφραζε την είσοδο του λιμανιού. Μέχρι σήμερα, αυτός ο βόρειος όρμος δέχεται τους βόρειους ανέμους και είναι κατάλληλος για τον ελλιμενισμό μόνο μικρών σκαφών. Ο ένας από τους πύργους παρατήρησης έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Το ευρύτερο νότιο λιμάνι χρησιμοποιήθηκε για τα πλοία των εμπορικών συναλλαγών. Σε εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις και δεχόμενοι επίθεση από εχθρικό στόλο, οι Κνίδιοι μετέτρεπαν την είσοδο σε στρατιωτική βάση που χωρούσε μέχρι 20 τριήρεις. Παράλληλα, πλοία μέσω του καναλιού πλάτους μέχρι 10 μέτρων μεταφέρονταν από και προς τον άλλο όρμο. Το 394 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η Κνίδος ταλαντεύθηκε ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη. Το ίδιο έτος, ο Αθηναίος ναύαρχος Κόνων νίκησε σε ναυμαχία στην Κνίδο τους Σπαρτιάτες ηγούμενος και του περσικού στόλου. Στη ναυμαχία αυτή η Σπάρτη συμμετείχε με 120 τριήρεις υπό την αρχηγεία του Πεισάνδρου απέναντι σε κατά πολύ ισχυρότερο στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα και του Πέρση Φαρνάβαζου. Ο σπαρτιατικός στόλος καταστράφηκε ολοσχερώς και ο Πείσανδρος σκοτώθηκε. Έτσι οι Πέρσες ανέκτησαν τη δύναμή τους έναντι των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, αφού πρώτα υπονομεύτηκε η ναυτική δύναμη της Σπάρτης. Στην ιστορία αποτέλεσε ένα επαίσχυντο παράδειγμα, ενώ ήγειρε το ερώτημα για το πώς οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των ελληνικών πόλεων παρέδωσαν τις ανθούσες αποικίες της Μικράς Ασίας στους Πέρσες. Σε ανάμνηση της νίκης αυτής, σμιλεύτηκαν σε μάρμαρο δύο λέοντες βάρους έξι (6) τόνων ο καθένας. Τοποθετήθηκαν πάνω στους τάφους των πεσόντων ηρώων της μάχης. Ο τάφος είχε τετράγωνο σχήμα στη βάση του και στο εσωτερικό του βρισκόταν ένας κυκλικός χώρος δομημένος προς τα πάνω με κλιμακωτή πυραμιδική διάταξη. Αυτή η αρχιτεκτονική αναμφίβολα ήταν εμπνευσμένη από το Μαυσωλείο του βασιλιά Μαύσωλου στην Αλικαρνασσό, πολύ κοντά στην αρχαία Κνίδο. Ο τάφος βρισκόταν σε απόκρημνο βράχο, παράκτια, πέφτοντας προς τη θάλασσα και σε ύψος 60 μ. από την επιφάνειά της. Τα μάτια των λεόντων ήταν κατασκευασμένα από πολύχρωμο γυαλί – σήμερα είναι γνωστό ως υαλογραφία vitraux – και σύμφωνα με τους σύγχρονους μελετητές ήταν πολύ εκφραστικά. Αργότερα, με τη μεταφορά της πόλης στην άκρη της χερσονήσου, τα λιοντάρια διακοσμούσαν τους κυματοθραύστες του λιμανιού και για τα εισερχόμενα πλοία η εμφάνισή τους προσέδιδε μοναδική ομορφιά τονίζοντας το μεγαλείο της αρχαίας πόλης της Κνίδου. Τα λιοντάρια βρέθηκαν το 1859 από τον αρχιτέκτονα Richard Pulann, ο οποίος ήταν μέλος της αποστολής του Charles Newton στη Μικρά Ασία.
Ο Newton ήταν ο υπεύθυνος για την απόκτηση και τη μεταφορά ελληνικών αρχαιοτήτων ~ έργων γλυπτικής και αρχιτεκτονικής ~ για λογαριασμό του Βρετανικού Μουσείου.
Υπήρχαν δύο θέατρα στον αρχαίο οικισμό της Κνίδου, το ένα από τα οποία μπορούσε να φιλοξενήσει
20 χιλ. άτομα και το άλλο 5 χιλ. Διασώζεται το μικρότερο στο νότο, δίπλα στο εμπορικό λιμάνι.
Το μεγάλο θέατρο στην Ακρόπολη της Κνίδου, από την άλλη πλευρά, δεν διασώθηκε μέχρι
σήμερα, διότι ο διάκοσμος και τα μάρμαρά του αφαιρέθηκαν (μεταφέρθηκαν) με πλοία τον 19ο αιώνα.
Το άγαλμα της Ευπλοίας Αφροδίτης της Κνίδου
Όταν οι θεριστές κάτοικοι της Κω, παρήγγειλαν στον διάσημο Αθηναίο γλύπτη Πραξιτέλη, να φιλοτεχνήσει γι αυτούς το άγαλμα της Αφροδίτης, αυτός τους πρότεινε να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο γλυπτά, ένα ενδεδυμένο και ένα γυμνό, ύψους δύο μέτρων το καθένα. Οι συντηρητικοί κάτοικοι της Κω, επέλεξαν το παραδοσιακό γλυπτό της θεάς ντυμένο με το πέπλο της, μη αποδεχόμενοι τη γυμνή επιλογή.
Το είδος της γλυπτικής, που εμφανίζει γυμνό το γυναικείο σώμα ενσαρκώθηκε με την αιθέρια ομορφιά της Αφροδίτης και τελικά έγινε αποδεκτό από τους τολμηρούς κατοίκους της Κνίδου. Η παρουσία του αγάλματος του Πραξιτέλη στην Κνίδο και η ομορφιά της θεάς έκανε την πόλη κέντρο τουριστών εκείνη την εποχή, περίπου στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και χιλιάδες προσκυνητές άρχισαν να συρρέουν εκεί για να θαυμάσουν την θεϊκή ομορφιά του ιδανικού σώματος της Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, χαραγμένη στο λευκό μάρμαρο.
Σύμφωνα με τον Πλίνιο, οι προσκυνητές πίστευαν ότι το άγαλμα δημιουργήθηκε με την άμεση παρουσία της θεάς. Η παράδοση δε, αναφέρει, ότι ένας ευγενής ερωτεύθηκε τη θεά μέσω της παρατήρησης του γλυπτού και αφού δώρισε όλη την περιουσία του στο ναό της, έπεσε στη θάλασσα από τον γκρεμό και πνίγηκε. Ο βασιλιάς Νικομήδης ο Α΄της Βιθυνίας (278–250 π.Χ.) πρότεινε στους Κνιδίους απαλλαγή του χρέους τους προς αυτόν με αντάλλαγμα το άγαλμα της Αφροδίτης Ευπλοίας. Οι Κνίδιοι, φυσικά αρνήθηκαν και συνέχισαν να εργάζονται για την απόσβεση του χρέους. Το άγαλμα του Πραξιτέλη βρισκόταν μέσα στο ναό και στο κέντρο του, πάνω σ’ ένα λόφο που υψωνόταν πάνω από τους δύο λιμένες της αρχαίας Κνίδου. Περιβαλλόταν από έναν πολυτελή κήπο. Τα αμπέλια τριγύρω συμπλήρωναν την ομορφιά του ιερού χώρου. Ήταν ο καλύτερος συνδυασμός της συμβολικής παρουσίας της θεάς του Έρωτα και του θεού του κρασιού, Διονύσου.
Κάτω από τη σκιά των δένδρων, βρισκόταν η κλίνη για εκείνους, που θα επιδίδονταν στην ερωτική πράξη με τη συγκατάβαση της θεάς. Στις γιορτές των Κνιδίων οργανώνονταν επίσημες πομπές προς τη θάλασσα, υπήρχαν φανοί που φώτιζαν το χώρο και το άγαλμα της θεάς από τη θάλασσα δημιουργούσε μια φανταστική εικόνα για τους προσκυνητές που προσέγγιζαν το λιμάνι από τη μεριά της θάλασσας. Δημιουργούσαν την εικόνα της θεάς αναδυομένης από τα βάθη της θάλασσας και την ενθρόνισή της στο ναό που βρισκόταν στο λόφο. Το περίφημο άγαλμα δημιουργήθηκε μεταξύ 364 και 361 π.Χ. από τον Πραξιτέλη.
Ο Πλίνιος επίσης αναφέρει, ότι στην εποχή του, το άγαλμα της Αφροδίτης της Κνίδου δεν ήταν μόνο το καλύτερο έργο του Πραξιτέλη, αλλά και το ωραιότερο άγαλμα της αρχαίας πόλης της Κνίδου. Το άγαλμα αυτό προκαλεί βαθύ συγκινησιακό αίσθημα. Η μορφή της θεάς παρουσιάζεται πιο ανθρώπινη και συγκινησιακή από συναισθηματική άποψη από έργα προηγούμενων αιώνων. Η σύνδεση ανάμεσα στην πνευματική και φυσική τελειότητα μεταδίδει στη μορφή της θεάς τέτοιο αισθητικό βάθος και γοητεία, τα οποία αισθητοποιούν όλες τις όψεις της.
Η εικόνα του τέλειου γυμνού γυναικείου σώματος στο μεγαλείο της. Ελαφρά κυρτό το σώμα, μετατοπισμένα τα πόδια, ντροπαλή χειρονομία του δεξιού χεριού, βιώνουν την αφοσίωση και μαζί μ’ αυτήν την απώλεια ή την έλλειψη των καθημερινών συνηθειών. Η κομψότητα των κινήσεων και ο μελωδικός και εύγλωττος εσωτερικός ρυθμός ενισχύουν την εντύπωση της ευλυγισίας, της αρμονίας και της ωριμότητας του όμορφου και ανεπτυγμένου σώματος.
Στο πρόσωπο της θεάς, πλανάται ένα ελαφρύ ονειρεμένο χαμόγελο εκπέμποντας ερωτικό πόθο και τρυφερότητα στα οποία συντείνει και το βλέμμα των ματιών. Τα απαλά κυματιστά και μεγαλοπρεπή μαλλιά, τα χυμώδη χείλη, το καθαρό και αγνό μέτωπο, η πλήρης ευλυγισία και λεπτότητα του λαιμού, αλλά και η τολμηρότητα του καλλιτέχνη στην περιγραφή του ωοειδούς σχήματος του προσώπου με την εκφραστικότητα που το διακρίνει, συμπληρώνουν και κορυφώνουν τη γοητευτική μορφή της Αφροδίτης.
Παρά τη θηλυκότητα και την κομψότητα της μορφής, το άγαλμα ήταν εξαιρετικά μεγαλειώδες. Σε αυτό συνέτεινε, όχι μόνο το συγκριτικά μεγάλο μέγεθός του, αλλά και η μεγάλη υδρία, πάνω στην οποία ήταν απλωμένο το φόρεμα της θεάς, επιτυγχάνοντας την ισορροπία στο κάτω μέρος, όπου τα καλλίγραμμα πόδια της θεάς ήταν πολύ πιο ελαφρά σε σύγκριση με το πάνω μέρος του γλυπτού.
Η υδρία, προσέδιδε στην όλη σύνθεση, τη σταθερότητα ακριβώς που χρειαζόταν. Ως τις μέρες μας διασώθηκαν κάποια επιγράμματα για το άγαλμα της Αφροδίτης Ευπλοίας της Κνίδου. Για παράδειγμα δύο από αυτά έγραψε ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων:
«Στην Κνίδο, μέσα από τα βάθη της θάλασσας αναδύθηκε η Κυθηραία–Κυπρίδα, για να ρίξει μια ματιά στο νέο της άγαλμα και μ’ ένα βλέμμα ανήσυχο μες στην κλειστή της σκήτη, αναφώνησε: «Πού με είδε γυμνή ο Πραξιτέλης;». «Όχι, δεν σε είδε ο Πραξιτέλης, δεν σε σκάλισε με τη σμίλη του, αλλά εσύ η ίδια μας έδειξες αυτό που είσαι κρινομένη».
Κρινομένη η θεά σύμφωνα με το μύθο, αποκάλυψε το γυμνό αιθέριο σώμα της μόνο σε τρεις νέους, τον Πάρη, τον Αγχίστη και τον Άδωνη. Το αρχικό άγαλμα δεν έχει διασωθεί. Έτσι καταφεύγουμε στα ρωμαϊκά αντίγραφα της ελληνιστικής περιόδου, που όμως δεν είχαν την ικανότητα να μεταφέρουν την πλήρη τελειότητα των μοντέλων στο μάρμαρο.
ΠΟΙΗΣΗ
Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του ποιητή..
Εις Κνιδίαν Αφροδίτην εύπλοιαν
Κνίδος. Στάδιον και Τριόπιον Δωριέων. φάρος φωτός φαεινού χρυσών αιώνων.
Κτίσις Λακεδαιμονίων επί της Καρικής. πρωτεύουσα πόλις ισχυρής αμφικτυονίας.
πατρίς άξιων και ενάρετων πολιτών θεραπευόντων τέχνην και επιστήμην.
«Της Αφροδίτης τέμενος περιβόητον, εν ώπερ ήν το της Αφροδίτης άγαλμα,
μνημείον της Πραξιτέλους τέχνης απαραμίλλητον»..
Γενέτειρα Ευδόξου, Ευρυφώνος και Σωστράτου. Πραξιτέλους Αθηναίου
σταθμός και φάρος έμπνευσης γλυπτού ιδεώδους και μεγαλειώδους.
σμιλευμένου εις λευκόν της Πάρου μάρμαρον.
ανάθημα σεπτόν εις Κνιδίαν Αφροδίτην εύπλοιαν.
Εν μέσω Συμπληγάδων και χιλιετηρίδων, της Κυθέρειας, Κυπρίδας,
Πανδήμου, Λιμενίας και Ποντίας του Έρωτος θεάς,
γλάροι ίπτανται αενάως υπεράνω του λευκού πέπλου της,
που κείτεται σκονισμένο εν μέσω των ερειπίων του ξεχασμένου
οίκου της, επ’ άκρων του ιερού κόλπου της Κνίδου.. Τα πουλιά,
με το βλέμμα εναγωνίως ατενίζον το γλαυκόν του Αιγαίου,
προσμένουν τον ερχομό της θεάς, την ανάδυση της δευτέρας
παρουσίας της από τα βάθη της θαλάσσιας αβύσσου
και την επιστροφή της στην εύφορη γη της Κνίδου,
με πανδαισία αγαθών και αισθήσεων, με αρμονία και γοητεία
του ιδανικού γυναικείου σώματος, εκπέμποντος ερωτικό πόθο
και τρυφερότητα και με άρωμα θηλυκότητας, κομψότητα
και ευλυγισία θεϊκού κάλλους, να προσφέρει μειλίχια,
αφειδώς και σεμνά το έλεός της. θησαυρούς
και δώρα ανεκτίμητα των πιστών της..
Κι εκεί, καταμεσής στο πέλαγος, με ανοιχτούς τους
ασκούς του Αιόλου, ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη:
«Ελπίς και προστασία ναυτικών, φτωχών ψαράδων και ταξιδευτών.
Εύπλοια Κόρη, Αφροδίτη. Κνιδίων καύχημα!».
Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, Εις Κνιδίαν Αφροδίτην εύπλοιαν, 2023.
Επίλογος
..Την ίδια στιγμή ακουστήκανε οι δώδεκα χτύποι της καμπάνας του ρολογιού της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη. Ο δάσκαλος σηκώθηκε.
– Όρθιοι και ενός λεπτού σιγή, για να τιμήσουμε τη δόξα της αρχαίας Ελλάδας!
Στο θέατρο αυτό, αντηχούσαν οι τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Εδώ έψαλλε τα αθάνατα έπη του, ο Όμηρος.
Τα παιδιά, δεν είχανε ιδέα για αρχαίο θέατρο. Κοιτάζανε το δάσκαλο και ξεροκαταπίνανε διψασμένα..
Αφού πέρασε ένα λεπτό, ο δάσκαλος δείχνοντας με το χέρι του κατά το βορρά, ρώτησε:
– Πώς λέγεται εκείνο το ψηλό βουνό;
– Μανισά Νταγ.
– Το ελληνικό του όνομα!
– Μμ...
– Το διδαχτήκατε στο μάθημα της Πατριδογνωσίας.
– Σίπυλος, κύριε, απάντησε ο Αρίστος.
– Το άλλο το ψηλότερο, ανατολικά;
– Το Μποζ Νταγ, κύριε;
– Ναι, την ελληνική του ονομασία.
– Τμώλος, κύριε, φώναξαν μαζί μερικοί μαθητές.
– Μπράβο!
Ο δάσκαλος άνοιξε τα μπράτσα του διάπλατα κι αγκάλιασε το μισό ορίζοντα:
– Όλα αυτά ήταν ελληνικά!.
Πολίτη Κοσμά (1963). Απόσπασμα από το βιβλίο «Στου Χατζηφράγκου», Εκδόσεις Α. Καραβία.
Τα παραδοσιακά τραγούδια της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα της Ιωνίας και της Λυδίας, ήταν και παραμένουν δημοφιλή ως τις μέρες μας, όχι μόνο ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους απογόνους των, αλλά και στους κατοίκους όλων των περιοχών της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας, ιδιαίτερα οι καρσιλαμάδες. Δύο εξ αυτών σε ερμηνεία του ιστορικού και συγγραφέα, Θώδη Ν. Κωνσταντίνου (Φεβρουάριος 2026)
Στο ’πα και στο ξαναλέω – τραγούδι καθιστικό αστικής νοοτροπίας και ερωτικού περιεχομένου με προέλευση από την Λυδία των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας.
Αλατσατιανή – τραγούδι που χορεύεται στα βήματα ιδιότυπου χορού με προέλευση από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας της Ιωνίας Μικράς Ασίας.
https://cdn.shopify.com/s/files/1/0958/8241/2416/files/Alatsatiani_Kostas_paradosiako_Mikras_Asias.mp3?v=1769954336
Ο ιστορικός ερευνητής και ποιητής Κωνσταντίνος Ν. Θώδης